Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο: Μικρές ιστορίες και διηγήματα φαντασίας, με ενσωματωμένα πολλά στοιχεία από την πραγματικότητα.

Από την Ηρώ Στ. Μπουσούνη

Ο Μιχάλης επέστρεψε στο σπίτι του μετά την κηδεία του παλιού συμμαθητή του, Τάκη. Άφησε το πανωφόρι του πάνω στο τραπέζι και πήρε από το ψυγείο ένα τονωτικό ποτό, μία από τις αγαπημένες του συνήθειες. Κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα και το μυαλό του γύρισε πίσω στα παιδικά του χρόνια.

«Σήμερα ξαναβρεθήκαμε όλοι οι παλιοί συμμαθητές, στην κηδεία του Τάκη. Θα πρέπει να έχουν περάσει πάνω από τριάντα χρόνια που είχαμε να ιδωθούμε. Πώς αλλάξαμε όλοι! Γερασμένοι, κουρασμένοι, άσχημοι! Δηλαδή, όλοι οι υπόλοιποι είναι άσχημοι, εγώ μια χαρά στέκομαι. Υπάρχουν πολλοί πενηντάρηδες σαν εμένα; Τόσο γεροδεμένοι, όμορφοι, καλοστεκούμενοι, έξυπνοι και πετυχημένοι; Το αντίθετο του Τάκη δηλαδή. Τι ήταν ο Τάκης; Ένα χαμένο κορμί.

Από μικρός φαινόταν πως θα γίνει ένα τίποτα. Για εμένα, θα έπρεπε να είχε πεθάνει νωρίτερα. Γιατί να σπαταλάμε ενέργεια για τους ασήμαντους;

Θυμάμαι τότε στο σχολείο… τι πλάκες του κάναμε! Εκείνος έφευγε με κλάματα και ουρλιαχτά, πάντα με το φόβο να σπαρταράει στα μάτια του. Ποτέ δε με αντιμετώπισε, ποτέ δε σήκωσε το ανάστημά του σαν άντρας. Η Ελένη επιμένει πως εμείς του καταστρέψαμε τη ζωή με τα συνεχόμενα πειράγματα.

Πώς του καταστρέψαμε τη ζωή δηλαδή; Όταν τον χτυπούσαμε λιγάκι, όταν του κλέβαμε το χαρτζιλίκι ή όταν τον κάναμε περίγελο σε όλο το σχολείο; Αυτά ήταν αθώα παιδικά πειράγματα.

Απαραίτητες φάρσες που συνοδεύουν τα σχολικά χρόνια.


Αυτός ήταν πάντα υπερβολικά ευαίσθητος. Ακόμα και όταν μιλούσε, η φωνή του έβγαινε με τρέμουλο. Δειλός άνθρωπος, τιποτένιος… και δικαιώνομαι με την εξέλιξη που είχε στη ζωή του. Δεν έκανε οικογένεια, δεν είχε μια καλή δουλειά, σπίτι, φίλους και γενικά, ήταν ένα κατακάθι της κοινωνίας. Ευτυχώς, ξεμπερδέψαμε με αυτόν τον μπάσταρδο.»

Η ώρα θα ήταν περασμένες δύο όταν, μέσα στη νύχτα, ακούστηκε το κουδούνισμα της πόρτας. Ο Μιχάλης πετάχτηκε από το κρεβάτι του και αναρωτήθηκε ποιος τον ενοχλούσε τέτοια ώρα.

«Ποιος να είναι, περασμένες δύο; Δεν περιμένω κανέναν. Η Μαίρη με τα παιδιά έχουν επισκεφθεί μία εβδομάδα τη μάνα της στο χωριό. Λες να είναι η αστυνομία; Να έγινε τίποτα; Ή κανένας ενοχλητικός γείτονας;

«Ποιος είναι;…Ποιος είναι;» περίεργο, γιατί δεν απαντάνε; Μήπως το φαντάστηκα;»

Άνοιξε την πόρτα και δεν υπήρχε κανένας. Βγήκε έξω στο διάδρομο, κοίταξε διεξοδικά τα γύρω διαμερίσματα. Ψυχή. Έκλεισε την πόρτα και έκανε να επιστρέψει στο υπνοδωμάτιό του όταν…

«Τάκη…τι κάνεις εδώ;»

«Καλησπέρα Μιχάλη.»

«Δε μπορεί, δε μπορείς να είσαι εδώ, έχεις πεθάνει…» είπε με τρεμάμενη φωνή

«Έχω;»

«Ναι, ήρθαμε στην κηδεία σου, σήμερα.»

«Ναι, το ξέρω, σας είδα. Πώς ήταν, σου άρεσε; Ικανοποιήθηκες; Αισθάνθηκες ο μεγάλος νικητής, δικαιωμένος;»

«Τι είναι αυτά που λες Τάκη; Όλοι στεναχωρηθήκαμε… Δεν το πιστεύω ότι κάθομαι και σου μιλάω, δε μπορεί να είσαι εδώ, ΕΧΕΙΣ ΠΕΘΑΝΕΙ!»

«Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο, Μιχάλη»


«Άρχισες πάλι τα τρελά…Ποια εκδίκηση;»

«Η δική μου εκδίκηση, Μιχάλη. Πέρασα πολλά, δε νομίζεις;»

«Από ποιον;»

«Από εσένα, δε θυμάσαι; Τον μεγάλο «διοργανωτή της πλάκας», τον δυνάστη των αδυνάτων, τον «αρχηγό»… Με τσάκισες όταν ήμουν παιδί, δε μπορεί να ξέχασες…»

«Έλα καημένε, τι πας και θυμάσαι; Αυτά ήταν αθώες παιδικές πλάκες για να γελάσουμε. Σε πείραζα γιατί σε αγαπούσα. Είχα θάρρος μαζί σου. Περασμένα ξεχασμένα όμως, παιδιά ήμασταν»

«Ξεχασμένα; Όχι Μιχάλη δε νομίζω. Πάντα ένοιωθα πως είχες ένα αδικαιολόγητο μένος εναντίον μου. Γιατί άραγε; Αλήθεια, αναρωτήθηκες ποτέ; Ειλικρινά, δε ξέρω αν ικανοποιούσες την πλήξη σου ή είχες ανάγκη συνεχώς να αποδεικνύεις τη δύναμή σου, προφανώς για να κρύβεις τις ανασφάλειές σου… Ακόμα όμως πονάνε τα σημάδια στο σώμα μου από τις κλωτσιές σου. Όσο ζούσα φοβόμουν. Φοβόμουν μη συναντήσω εσένα ή ομοίους σου σε καμιά γωνία και με χτυπήσετε χωρίς λόγο, τόσο άδικα.»

«Πολύ σοβαρά τα πήρες Τάκη. Χαλάρωσε, παρά είσαι ευαίσθητος. Δε ξέρω αν είσαι φάντασμα, αν ζεις ή αν απλά τρελάθηκα… προτείνω όμως να δώσουμε τα χέρια και να χωρίσουν οι δρόμοι μας.»

«Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο. Οι δρόμοι μας δε μπορούν να χωρίσουν πια Μιχάλη, σε επέλεξα.»

Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο
«Δηλαδή, τι είμαι, ο εκλεκτός;» γέλασε ειρωνικά.

«Ναι, είσαι ο εκλεκτός. Ο χειρότερος των χειροτέρων. Θεώρησε, λοιπόν, πως από εδώ και στο εξής όπου είσαι, θα είμαι. Ότι κάνεις, θα κάνω. Θα κοιμόμαστε μαζί, θα ξυπνάμε μαζί και δε θα σε αφήσω να ησυχάσεις μέχρι να σε γλυτώσει ο θάνατος».

«Βλέπω όνειρο, όνειρο… τώρα θα ξυπνήσω»

«Ναι, σε λίγες ώρες θα ξυπνήσεις Μιχάλη και θα είμαι το πρώτο πράγμα που θα βλέπεις όταν θα ξυπνάς και το τελευταίο όταν θα κοιμάσαι. Βλέπεις, όταν ρωτήθηκα αν ήθελα την αιώνια γαλήνη ή την αιώνια κατάρα, επέλεξα. Επέλεξα την κατάρα, την εκδίκηση Μιχάλη. Δε θα ησυχάσω ποτέ, ούτε στο θάνατο. Αλλά δε θα ησυχάσεις και εσύ. Από εδώ και στο εξής, θα σε κατατρέχω για όλα όσα μου έκανες όταν ήμουν παιδί. Έσπειρες τους ανέμους και ήρθε η ώρα να θερίσεις τις θύελλες».

*Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Copyright © 2018-2019 by Umano.gr All rights reserved

Σχετικά άρθρα:

Ιστορίες μυστηρίου και ανεξήγητων φαινομένων – Ά Μέρος
Τρομακτικές ιστορίες που λέγαμε παιδιά
Πέντε ιστορίες και παραμύθια με βαθύτερο νόημα
Μία φορά και έναν καιρό… Ηθικά διδάγματα

Comments are closed.